|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | live on [sth] vtr phrasal insep | (use for money) | ζω με κτ, ζω από κτ ρ αμ + πρόθ | | | | τα βγάζω πέρα με κτ έκφρ | | | My mother gives me a monthly allowance but I couldn't live on just that. | | | Η μητέρα μου μού δίνει ένα μηνιαίο βοήθημα, αλλά δεν θα μπορούσα να ζω μόνο με αυτό. | | live on vi phrasal | (continue to exist indefinitely) | παραμένω ζωντανός περίφρ | | | | συνεχίζω να ζω περίφρ | | | Although a great performer has died today, his memory will live on. | | | Αν και σήμερα πέθανε ένας εξαιρετικός ηθοποιός, θα παραμείνει ζωντανός στις σκέψεις μας. |
Ο όρος 'live on' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|